ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑΣ: Μακρυγιάννης Απόστολος, ΠΕ04.04
ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ: Νταβέας Θεμιστοκλής, ΠΕ86-Διευθυντής, Σπυρόπουλος Νικόλαος, ΠΕ86-Υποδιευθυντής
[Η παρούσα αναφορά αποτελεί μέρος της δράσης “Σχολείο κατά της βίας και του εκφοβισμού” στο πλαίσιο της Αξιολόγησης του Εκπαιδευτικού Έργου της Σχολικής Μονάδας 2025-2026 με συντονίστρια την Τελεμέ Διονυσία (ΠΕ03) και ομάδα δράσης τους εκπαιδευτικούς Καλαποθαρέα Γεώργιο (ΠΕ08), Καλατζή Νίκη (ΠΕ02), Μακρυγιάννη Απόστολο (ΠΕ04.04), Μπαζίγου Αικατερίνη (ΠΕ02), Πιπερόπουλο Θεοδόσιο (ΠΕ07) και Τσαγκλή Αντωνία (ΠΕ01)]
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο εκφοβισμός είναι μία πολυδιάστατη κοινωνική διεργασία κατά την οποία ένα άτομο ή μία ομάδα ατόμων σωματικά ή κοινωνικά ισχυρότερων καταχρώνται τη δύναμή τους για να εκδηλώσουν επανειλημμένα και αναίτια σωματική (χτυπήματα, σπρωξίματα κ.α.), λεκτική (κοροϊδευτικά, υποτιμητικά σχόλια, κ.α.) και/ή κοινωνική (κοινωνικός αποκλεισμός, διάδοση φημών κ.α.) επιθετικότητα ενάντια σε ένα ευάλωτο άτομο ή ομάδα ατόμων, αποσκοπώντας στην πρόκληση σωματικής, ψυχολογικής και/ή κοινωνικής βλάβης (Juvonen & Graham, 2014). Όταν η συγκεκριμένη συγκρουσιακή διεργασία γίνεται μέσα στο σχολικό πλαίσιο, προσδιορίζεται ως σχολικός εκφοβισμός.
Το φαινόμενο αυτό παρουσιάζει μία κρίσιμη ιδιαιτερότητα στο Γυμνάσιο. Συγκεκριμένα, μεγάλης κλίμακας εθνικές μελέτες σε Αυστραλία και Η.Π.Α. δείχνουν πως παρουσιάζεται μία σημαντική αύξηση περιστατικών εκφοβισμού κατά τη μετάβαση των παιδιών από την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση στη Δευτεροβάθμια (Espelage et al., 2001· Pellegrini & Long, 2002), χωρίς να καταγράφεται σημαντική απόκλιση στα επίπεδα επιθετικότητας. Η συγκεκριμένη δυναμική θα μπορούσε να οφείλεται στην ανάγκη των εφήβων να προβάλλουν την ανωτερότητά τους έναντι των υπολοίπων συμμαθητών τους μέσα από πειράγματα και εκφοβιστικές πρακτικές (Espelage et al., 2001). Άλλωστε, μελέτες έχουν δείξει πως οι μαθητές που καταφεύγουν σε εκφοβιστικές πρακτικές στο Γυμνάσιο συχνά επιζητούν να είναι δημοφιλείς και αρεστοί στους συνομηλίκους τους (Sijtsema et al., 2009). Η αυξητική τάση στη μεταχείριση του εκφοβισμού κατά την πρώιμη εφηβεία θα μπορούσε να ενισχύεται και από την εξής διεργασία: τα παιδιά της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας αντιμετωπίζουν μάλλον θετικά συγκρουσιακές συμπεριφορές, σαν μία προσπάθεια να διατρανώσουν την ατομικότητα και την ανεξαρτησία τους μέσα από την εναντίωσή τους στους κανόνες των ενηλίκων (Pellegrini & Long, 2002). Νεότερες μελέτες στις Η.Π.Α. υποστηρίζουν πως στη συγκεκριμένη μεταβατική περίοδο παρατηρούνται διακριτές ομάδες μαθητών, σε κάποιες εξ αυτών ο εκφοβισμός περιορίζεται ή παραμένει σταθερός, ενώ σε άλλες ομάδες ο εκφοβισμός αυξάνεται. Στην τελευταία περίπτωση καταγράφηκε μείωση στο αίσθημα του «ανήκειν» στο σχολείο και δυσαρέσκεια των μαθητών για τους εκπαιδευτικούς, ενώ παράλληλα τα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης αυξήθηκαν μεταξύ των μαθητών (Espelage et al., 2015).
Τα παραπάνω αναδεικνύουν μία ιδιαίτερη πτυχή του σχολικού εκφοβισμού. Η εκδήλωση τέτοιον φαινομένων θα μπορούσε να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην σχολική κοινότητα, καθώς υποβαθμίζει την ποιότητα των σχέσεων μεταξύ των μελών της, και άρα την ποιότητα του σχολικού κλίματος. Συνέπεια των παραπάνω είναι και οι περιορισμένες ακαδημαϊκές επιδόσεις των μαθητών, εξαιτίας ενός γενικότερου αισθήματος ανασφάλειας εντός της σχολικής μονάδας. Άρα, κρίνεται επιβεβλημένη η αναζήτηση στρατηγικών τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και στο επίπεδο των σχολικών μονάδων για τη βελτίωση του σχολικού κλίματος, μέσα από την παρακολούθηση, την πρόληψη και την ορθή διαχείριση περιστατικών της σχολικής βίας και του σχολικού εκφοβισμού.
Σε αυτό το πλαίσιο, το 3ο Γυμνάσιο Καλαμάτας ολοκλήρωσε για τρίτη συνεχόμενη σχολική χρονιά ένα πρόγραμμα δράσεων με σκοπό την πρόληψη και την παρακολούθηση φαινομένων βίας και εκφοβισμού εντός του σχολικού περιβάλλοντος. Ένα από τα εργαλεία που αξιοποιήθηκαν ήταν η συμπλήρωση ηλεκτρονικού ερωτηματολογίου από τους μαθητές και των τριών τάξεων με σκοπό την εποπτεία του σχολικού κλίματος και του επιπολασμού της σχολικής βίας και του εκφοβισμού.
2. ΥΛΙΚΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ
Αξιοποιήθηκε το ερωτηματολόγιο που αναπτύχθηκε στο πρόγραμμα δράσεων ενάντια στο σχολικό εκφοβισμό κατά το σχολικό έτος 2024-2025 (Μακρυγιάννης et al., 2025). Το ερωτηματολόγιο των μαθητών είναι ψηφιακό, ανώνυμο και συμπληρώθηκε προαιρετικά από τους μαθητές του 3ου Γυμνασίου Καλαμάτας. Διαθέτει πέντε διακριτές ενότητες ερωτήσεων. Αρχικά, υπάρχει μία στοιχειώδης ενότητα καταγραφής δημογραφικών χαρακτηριστικών των ερωτώμενων (π.χ. φύλο και τάξη μαθητών). Η επόμενη ενότητα περιλαμβάνει ερωτήσεις σχετικά με το σχολικό κλίμα και εστιάζεται σε πτυχές όπως το αίσθημα αποδοχής και «ανήκειν» που βιώνει ο μαθητής στο σχολείο. Η τρίτη ενότητα περιλαμβάνει ερωτήσεις με σκοπό να αποτυπώσει τις προσωπικές απόψεις των μαθητών για το πόσο πολύ θα μπορούσαν να βλάψουν ένα μαθητή κάποιες βίαιες πράξεις: προσβλητικά πειράγματα για εμφάνιση, χαρακτήρα, θρησκεία ή καταγωγή, ανεπιθύμητο άγγιγμα, διάδοση προσβλητικών φημών, αποκλεισμός από μία ομάδα μαθητών που ανήκει, περιφρόνηση και αποκλεισμός από νέες δραστηριότητες, απειλές για σωματική βλάβη ή δυσφήμηση, σωματική βλάβη (χτύπημα, σπρώξιμο ή φτύσιμο), κλοπή ή καταστροφή προσωπικών αντικειμένων, προσβολή ή δυσφήμηση με ηλεκτρονικά μέσα εντός του σχολείου (παρόλη την απαγόρευσή τους). Η τέταρτη ενότητα είναι η ευρύτερη καθώς στοχεύει στον προσδιορισμό του ενδοσχολικού επιπολασμού για τα προαναφερθέντα βίαια φαινόμενα και των επιμέρους χαρακτηριστικών τους, όπως η συχνότητα εκδήλωσής τους κατά το σχολικό έτος 2025-2026, το φύλο και η τάξη των εκφοβιστών, ο χώρος στον οποίο συνέβη το περιστατικό, η αναφορά του βίαιου περιστατικού. Επιπλέον, έχουν συμπεριληφθεί ερωτήσεις σχετικά με τις αντιδράσεις, τις σκέψεις και τα συναισθήματα του μαθητή σε περίπτωση που παρακολουθήσει ένα περιστατικό ενδοσχολικού εκφοβισμού, αλλά και αν ο ίδιος έχει προκαλέσει εκφοβισμό σε συμμαθητές του και αν έχει τιμωρηθεί για αυτήν την πράξη του το περασμένο τετράμηνο. Η πέμπτη ενότητα έχει ερωτήσεις σχετικά με το αν οι μαθητές γνωρίζουν την ύπαρξη των Συμβούλων Σχολικής Ζωής και των Γραμμών Υποστήριξης Εφήβων για την αντιμετώπιση περιστατικών σχολικού εκφοβισμού και την συναισθηματική υποστήριξη των θυμάτων. Η συμπλήρωση του ερωτηματολογίου πραγματοποιήθηκε στο εργαστήριο πληροφορικής εντός του σχολικού ωραρίου από 23 Απριλίου έως 07 Μαΐου 2026.
Τα δεδομένα συλλέγονταν αυτόματα από την εφαρμογή υποστήριξης του ηλεκτρονικού ερωτηματολογίου. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας συμπλήρωσης του ερωτηματολογίου από τους μαθητές έγινε λήψη του σχετικού αρχείου δεδομένων, στοιχειώδη επεξεργασία και διαμόρφωση κατάλληλων γραφημάτων σε περιβάλλον Microsoft Office Excel. Αξιοποιώντας τις συλλεχθείσες απαντήσεις στο ερώτημα σχετικά με το αν ο μαθητής έχει προκαλέσει σε έναν λιγότερο δυνατό συμμαθητή του σωματική, ψυχική ή κοινωνική βλάβη, διαμορφώθηκε μία διακριτή ομάδα μαθητών, η οποία περιλάμβανε όσους είχαν δηλώσει πως το περασμένο τετράμηνο προέβησαν σε μία τέτοια πράξη περισσότερες από δύο φορές. Οι απαντήσεις τους συγκεντρώθηκαν και στοιχειωδώς αναλύθηκαν ανεξάρτητα από το γενικό δείγμα με σκοπό να γίνει σύγκριση των ευρημάτων της ανάλυσης αυτής με τα συνολικά αποτελέσματα.
3. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Συλλέχθηκαν 199 έγκυρες αποκρίσεις από τους 231 μαθητές του 3ου Γυμνασίου Καλαμάτας για το σχολικό έτος 2025-2026. Υπήρχαν συμμετέχοντες και των δύο φύλων (40 % κορίτσια, 60 % αγόρια) όλων των τάξεων (32 % από την Α’ τάξη, 36 % από τη Β’ τάξη και 32 % από τη Γ’ τάξη) του Γυμνασίου. Το σχολικό κλίμα τη συγκεκριμένη σχολική χρονιά κρίνεται καλό, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός πως τουλάχιστον το 65 % των συμμετεχόντων δήλωσε ότι έχει καλές σχέσεις με τους συμμαθητές και τους εκπαιδευτικούς και αισθάνεται να γίνεται σεβαστό από τα υπόλοιπα μέλη της σχολικής κοινότητας (αθροιστικά οι αποκρίσεις «Πολύ» και «Αρκετά» στα σχετικά ερωτήματα). Βέβαια, ελαφρά χαμηλότερο ποσοστό (56 %) καταγράφηκε στο ερώτημα για το αν ο ερωτώμενος αισθάνεται μέρος της σχολικής κοινότητας (Εικόνα 1.).

Κατά την ανάλυση των δεδομένων της τρίτης ενότητας ερωτημάτων (Εικόνα 2.), προέκυψε πως περίπου οι μισοί μαθητές θεωρούν ότι οι βίαιες πράξεις που συμπεριλήφθηκαν στο ερωτηματολόγιο δεν θα μπορούσαν να προκαλέσουν κάποια σοβαρή βλάβη σε έναν μαθητή, με τα μεγαλύτερα ποσοστά να τα συγκεντρώνουν ο αποκλεισμός από μία ομάδα στην οποία ανήκει ένας μαθητής (63,4 %), τα προσβλητικά πειράγματα για τον χαρακτήρα ή την εμφάνισή του (62,8 %), η περιφρόνηση και ο αποκλεισμός από νέες δραστηριότητες (59,1 %) και τα προσβλητικά πειράγματα για την καταγωγή ή την θρησκεία (59 %). Τα χαμηλότερα ποσοστά συγκέντρωσαν οι επιλογές σχετικά με την πρόκληση σωματικής βλάβης (45,8 %), τη δυσφήμηση (48,7 %), το ανεπιθύμητο άγγιγμα (49,5 %) και τις απειλές για σωματική βλάβη ή δυσφήμηση (51 %).

Η τέταρτη ενότητα ερωτήσεων είχε ως στόχο να διασαφηνίσει τους τύπους της βίας που έχουν υποστεί οι ερωτώμενοι εντός του σχολείου, αλλά και τη συχνότητα αυτών των συμβάντων (Εικόνα 3.). Το 29,6 % των μαθητών δήλωσε πως δεν έχει πέσει ποτέ θύματα των αναφερόμενων βίαιων συμπεριφορών, με τα μεγαλύτερα ποσοστά για τη συγκεκριμένη επιλογή (και άρα σπανιότερη εκδήλωση) να συγκεντρώνουν τα προσβλητικά πειράγματα για την καταγωγή και τη θρησκεία (77,9 %), η προσβολή ή η δυσφήμηση με ηλεκτρονικά μέσα εντός του σχολείου (75,6 %), η περιφρόνηση και ο αποκλεισμός από δραστηριότητες (72,1 %) και ο αποκλεισμός από ομάδα μαθητών που ανήκει ο ερωτώμενος (71,4 %). Αντίθετα, τα υψηλότερα ποσοστά εκδήλωσης συγκεκριμένων τύπων βίας με επαναληψιμότητα (περισσότερες από δύο φορές) καταγράφηκαν στις επιλογές για τη δυσφήμηση (18,2 %), τα ανεπιθύμητα αγγίγματα (16,9 %), τα προσβλητικά πειράγματα για την εμφάνιση ή τον χαρακτήρα του ερωτώμενου (15,2 %) και τη σωματική βλάβη (χτύπημα, σπρώξιμο ή φτύσιμο· 15,2 %).

Από την ανάλυση των παραπάνω δεδομένων προέκυψε πως μόνο το 33,2 % των μαθητών δεν έχουν υποστεί κάποια μορφή βίαιης συμπεριφοράς περισσότερες από δύο φορές. Ωστόσο, όταν οι μαθητές ερωτήθηκαν για τον αν έχουν πέσει θύμα σχολικού εκφοβισμού το σχολικό έτος 2025-2026 – αφού πρώτα τους δόθηκε γραπτώς ο σχετικός ορισμός – το 71,9 % δήλωσε πως δεν του έχει συμβεί κάτι τέτοιο. Το 15,5 % δήλωσε πως έχει πέσει θύμα εκφοβισμού από συμμαθητή ή συμμαθητές του τμήματός του. Όσον αφορά την τάξη και το σχολείο των εκφοβιστών εντός του σχολικού συγκροτήματος (το οποίο περιλαμβάνει το 2ο και 3ο Γυμνάσιο και το 2ο και 5ο Λύκειο Καλαμάτας), για τα περισσότερα περιστατικά εκφοβισμού αποδόθηκαν σε μαθητές της Β’ τάξης (22,5 %) και ακολουθούν οι μαθητές της Γ’ τάξης (17,8 %) και οι μαθητές της Α’ τάξης του 3ου Γυμνασίου σε ποσοστό 14 %. Το 9,3 % των περιστατικών εκφοβισμού φαίνεται να έχει προκληθεί από μαθητές των Λυκείων του σχολικού συγκροτήματος, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό είναι ακόμα μικρότερο για το 2ο Γυμνάσιο (7 %). Για το 14 % των περιστατικών εκφοβισμού δεν είναι γνωστό το σχολείο ή η τάξη φοίτησης των θυτών. Σχετικά με το φύλο των εκφοβιστών, το 61,7 % των θυμάτων εκφοβισμού δήλωσαν πως ήταν αγόρια, το 23,4 % ήταν μαθητές και των δύο φύλων και το 14,9 % ήταν κορίτσια. Όσο για τον τόπο του εκφοβιστικού συμβάντος, το 27,7 % των θυμάτων εκφοβισμού υπέδειξαν τη σχολική αίθουσα, το 25,5 % την αυλή, το 21,3 % τους διαδρόμους, ενώ οι επιλογές για τις τουαλέτες, τα μαθήματα με ομαδοσυνεργατικό προσανατολισμό (π.χ. Φυσική Αγωγή) και τις μετακινήσεις από και προς το σχολείο συγκέντρωσαν σαφώς χαμηλότερα ποσοστά. Από τους μαθητές που δήλωσαν πως έχουν πέσει θύματα σχολικού εκφοβισμού, το 33,3 % δεν ανέφερε σε κάποιον το περιστατικό, το 13,7 % το ανέφερε σε κάποιον από τους Συμβούλους Σχολικής Ζωής του 3ου Γυμνασίου και το 11,8 % το ανέφερε σε συμμαθητές του. Όλες οι υπόλοιπες επιλογές (αναφορά του περιστατικού σε εκπαιδευτικό που βρέθηκε κοντά στο συμβάν, στον υπεύθυνο εκπαιδευτικό της τάξης, στον Διευθυντή του Γυμνασίου, σε συμμαθητές, σε φίλο, σε γονείς ή κηδεμόνες και σε αδέλφια) συγκέντρωσαν ποσοστά χαμηλότερα του 10 %.
Ακολούθως, υπήρχαν ερωτήσεις οι οποίες επικεντρώθηκαν στην αντίδραση και στα συναισθήματα των μαθητών σε περίπτωση που παρίστανται σε περιστατικό εκφοβισμού ως παρατηρητές. Συγκεκριμένα, το 43,1 % δήλωσε πως δεν έχει βρεθεί παρόν σε περιστατικό σχολικού εκφοβισμού το περασμένο τετράμηνο. Από τους υπόλοιπους μαθητές, το 44,6 % μαθητών δήλωσε πως θα βοηθούσε το θύμα και το 25 % θα το ανέφερε σε εκπαιδευτικό ή στο Διευθυντή του σχολείου. Οι υπόλοιπες επιλογές συγκέντρωσαν χαμηλότερα ποσοστά («Παρακολουθώ χωρίς να παρεμβαίνω» 13,4 %, «Γελάω με το συμβάν» 6,3 %, «Απομακρύνομαι από το σημείο» 5,4 % και «Αν είναι η παρέα μου που εκφοβίζει, μπορεί να πάρω κι εγώ μέρος» 5,4 %). Όσον αφορά τις σκέψεις των μαθητών-παρατηρητών ενός περιστατικού σχολικού εκφοβισμού για το θύμα, το 45,6 % των συμμετεχόντων δήλωσε πως δεν έχει δει κάποιο σχετικό περιστατικό το περασμένο τετράμηνο. Από τους υπόλοιπους μαθητές, το 47,2 % ανέφερε πως κατανοεί την αδικία σε βάρος του θύματος και προσπαθεί να βοηθήσει, το 21,7 % λυπάται λίγο το θύμα, αλλά δεν παρεμβαίνει, το 14,2 % θεωρεί πως μάλλον υπάρχει λόγος που το θύμα υφίσταται τη συγκεκριμένη διαδικασία, το 9,4 % αδιαφορεί, ενώ το 7,5 % θεωρεί πως το θύμα εκφοβισμού δεν έπαθε κάποια σημαντική βλάβη (Εικόνα 8., ράβδος «Γενικό σύνολο»). Στο ερώτημα για τα συναισθήματα που προκαλεί γενικά ο σχολικός εκφοβισμός, το 24 % δήλωσε ότι δεν επηρεάζεται καθώς είναι κομμάτι της σχολικής ζωής, το 23,6 % θυμό, το 21 % αδιαφορία, το 19 % θλίψη και το 12,3 % φόβο.
Στη συνέχεια, οι μαθητές ερωτήθηκαν για τον αν έχουν συμπεριφερθεί επανειλημμένα με τρόπο βίαιο σε συμμαθητή τους εκμεταλλευόμενοι τη θέση ισχύος τους. Το 51,3 % απάντησε πως ποτέ δεν προκάλεσε εκφοβισμό σε συμμαθητή του το τρέχον σχολικό έτος. Το 26,1 % των μαθητών δήλωσε πως έκανε χρήση βίας σε αδύναμους συμμαθητές τους τουλάχιστον τρεις φορές. Οι πιο συνηθισμένοι τύποι εκφοβισμού φαίνεται να ήταν η δυσφήμιση (13,2 %), η καταστροφή ή η κλοπή προσωπικών αντικειμένων (13 %), η περιφρόνηση και ο αποκλεισμός από δραστηριότητες (12 %), η προσβολή ή η δυσφήμιση με ηλεκτρονικά μέσα εντός σχολείου (παρόλο που απαγορεύεται η χρήση τους· 11,3 %), τα ανεπιθύμητα αγγίγματα (11,7 %) και η σωματική βλάβη (χτύπημα, σπρώξιμο και φτύσιμο· 11 %). Οι υπόλοιπες επιλογές συγκέντρωσαν χαμηλότερα ποσοστά (Εικόνα 4.).

Ως συνέχεια του προηγούμενου ερωτήματος, οι μαθητές-θύτες κλήθηκαν να προσδιορίσουν τις αντιδράσεις του περιβάλλοντός τους για την προαναφερθείσα ανάρμοστη συμπεριφορά. Σύμφωνα με τις αποκρίσεις τους (Εικόνα 5.), οι πιο έντονες αντιδράσεις με μία ή περισσότερες παρατηρήσεις ενάντια στην επιβλαβή συμπεριφορά τους προέρχονταν από το οικογενειακό τους περιβάλλον (57,5 %), από καλούς φίλους τους (55,9 %) και τους εκπαιδευτικούς ή τον Διευθυντή (51,4 %), ενώ μόνο το 33,3 % των μαθητών ανέφεραν πως τους έγιναν αντίστοιχες παρατηρήσεις από κάποιον συμμαθητή τους.

Ακολούθως, έγινε προσπάθεια να αποσαφηνιστούν οι απόψεις των μαθητών σχετικά με τα αίτια που οδηγούν έναν μαθητή να αποκτήσει εκφοβιστική συμπεριφορά. Σύμφωνα με τις απαντήσεις τους, το 30,5 % θεωρεί πως είναι μία επίδειξη ισχύος, ενώ το 21,8 % θεωρεί πως ο εκφοβιστής προσδοκά να γίνει πιο δημοφιλής στους συμμαθητές του. Το 18,8 % των ερωτώμενων θεωρεί η εκφοβιστική συμπεριφορά είναι απόρροια του κακού χαρακτήρα του εκφοβιστή (κακότροπος και εριστικός), ενώ το 15,2 % θεωρεί πως η αιτία κρύβεται στην αδύναμη προσωπικότητα του εκφοβιστή σε συνδυασμό με τη μίμηση αντίστοιχων πράξεων της παρέας στην οποία ανήκει. Η επιλογή με το χαμηλότερο ποσοστό ήταν εκείνη που προσδιορίζει ως αιτία τον φόβο του εκφοβιστή να μην φανεί αδύναμος στους συμμαθητές τους (13,7 %).
Τέλος, η πλειοψηφία των μαθητών ανέφερε πως γνωρίζει την ύπαρξη των Συμβούλων Σχολικής Ζωής του σχολείου για την αντιμετώπιση φαινομένων σχολικής βίας και εκφοβισμού καθώς και τις Γραμμές Υποστήριξης Εφήβων. (Εικόνα 6.).

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μαθητών με εκφοβιστική συμπεριφορά
Για να θεωρηθεί σχολικός εκφοβισμός μία βίαιη σύγκρουση μεταξύ συμμαθητών στο σχολείο θα πρέπει να πληρούνται τρία στοιχειώδη κριτήρια: ο θύτης να εκμεταλλεύεται την υπερίσχυσή του σε σωματικό, συναισθηματικό ή κοινωνικό επίπεδο για να βλάψει επανειλημμένα και από πρόθεση το θύμα. Συνεπώς, στο σχετικό ερώτημα έγινε επιλογή των δεδομένων όσων συμμετεχόντων είχαν δηλώσει πως το περασμένο τετράμηνο προκάλεσαν σωματική, ψυχική ή κοινωνική βλάβη σε λιγότερο δυνατούς συμμαθητές τους τρεις ή περισσότερες φορές σε τουλάχιστον μία από τις κατηγορίες βίαιων συμπεριφορών που έχουν συμπεριληφθεί στο ερωτηματολόγιο, διαμορφώνοντας μία διακριτή ομάδα 42 μαθητών με εκφοβιστική συμπεριφορά (το 21,1 % του συνολικού δείγματος). Από αυτούς τους μαθητές το 64,3 % είναι αγόρια και 35,7 % είναι κορίτσια (έναντι 59,8 % αγόρια και 40,2 % κορίτσια του γενικού δείγματος). Παρόλο που και οι τρεις τάξεις του Γυμνασίου αντιπροσωπεύονται στον ίδιο βαθμό στο γενικό δείγμα, το 16,7 % των μαθητών-θυτών προέρχονται από της Α’ τάξη, το 45,2 % από τη Β’ τάξη και το υπόλοιπο 38,1 % από τη Γ’ τάξη. Ένα από τα πρώτα ιδιαίτερα ευρήματα για τη συγκεκριμένη ομάδα μαθητών ήταν πως ένα ποσοστό κατά μέσον όρο 30 % δεν θεωρεί ότι έχει συμπεριφερθεί με άσχημο τρόπο σε συμμαθητή του (επιλογή στο ερώτημα σχετικά με το αν υπήρξε παρατήρηση για τη συγκεκριμένη βίαιη συμπεριφορά).
Στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκε σύγκριση των δεδομένων του συνολικού δείγματος με τα δεδομένα της ομάδας μαθητών με εκφοβιστική συμπεριφορά και καταγράφηκαν κάποιες διαφοροποιήσεις στις αποκρίσεις τους. Χαρακτηριστικά, στη συγκεκριμένη ομάδα ερωτήσεων σχετικά με το σχολικό κλίμα, η επιλογή «Καθόλου» συγκέντρωσε σημαντικά υψηλότερα ποσοστά στα ερωτήματα για τις καλές σχέσεις τους με τους συμμαθητές τους και τους εκπαιδευτικούς, αλλά και στο ερώτημα για το αίσθημα του «ανήκειν» στη σχολική ζωή (Εικόνα 7.).

Σημαντικά ευρήματα προέκυψαν από τις απαντήσεις των μαθητών με εκφοβιστική συμπεριφορά στο ερώτημα για το αν έχουν δεχθεί τρεις ή περισσότερες φορές βίαιες συμπεριφορές από συμμαθητές τους. Οι μεγαλύτερες αποκλίσεις καταγράφηκαν στις επιλογές για τη δυσφήμιση (50 % έναντι 18,3 % στο γενικό δείγμα), τα ανεπιθύμητα αγγίγματα (45 % έναντι 16,9 %), τον αποκλεισμό από μία ομάδα που άνηκε (40,5 % έναντι 13,1 %), τη σωματική βλάβη (29 % έναντι 12 %) και την περιφρόνηση και αποκλεισμό από δραστηριότητες (40 % έναντι 13,7 %).
Όσον αφορά τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους για το θύμα εκφοβισμού, οι μαθητές με εκφοβιστική συμπεριφορά συγκέντρωσαν μεγαλύτερα ποσοστά στις επιλογές «δεν έπαθε και κάτι τρομερό» (17,2 % έναντι 7,5 % του γενικού συνόλου) και «μάλλον υπάρχει λόγος που τον πειράζουν» (20,7 % έναντι 14,1 %· Εικόνα 8.).

4. ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Για τρίτη συνεχόμενη σχολική χρονιά στο 3ο Γυμνάσιο Καλαμάτας αξιοποιείται ηλεκτρονικό ερωτηματολόγιο με κλειστού τύπου ερωτήσεις αποσκοπώντας στην εποπτεία του σχολικού κλίματος, και ιδιαίτερα του επιπολασμού βίαιων συμπεριφορών, όπως ο εκφοβισμός. Το ερωτηματολόγιο ήταν προαιρετικό και συμπληρώθηκε ανώνυμα από τους μαθητές και των τριών τάξεων του σχολείου στο δέυτερο ήμισυ του δευτέρου τετραμήνου. Σύμφωνα με την ανάλυση των δεδομένων που συλλέχθηκαν, το σχολικό κλίμα κρίνεται καλό, καθώς τα 2/3 των μαθητών φαίνεται να είναι ικανοποιημένα από τις σχέσεις τους με τους συμμαθητές και τους εκπαιδευτικούς. Ωστόσο, το ποσοστό των μαθητών που δήλωσαν πως αισθάνονται κομμάτι της σχολικής κοινότητας (αίσθημα του «ανήκειν») είναι 56 %, σχετικά χαμηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό του περασμένου σχολικού έτους για το συγκεκριμένο σχολείο (70 %· Μακρυγιάννης et al., 2025), αλλά και εκείνο το οποίο αναφέρει ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) το 2018 για τα μέλη της (67 % για τα σχολεία με υψηλό επιπολασμό του εκφοβισμού· Organisation for Economic Co-operation and Development 2019). Αυτό θα μπορούσε να οφείλεται στο ελαφρώς αυξημένο ποσοστό μαθητών που ανέφεραν πως το περασμένο τετράμηνο στο σχολείο έπεσε τρεις ή περισσότερες φορές θύμα τουλάχιστον μίας από τις μορφές βίαιης συμπεριφοράς (από 62 % το περασμένο σχολικό έτος σε 67 % το 2025-2026). Από αυτές, τα υψηλότερα ποσοστά συγκέντρωσαν η δυσφήμηση (18,2 %) και τα ανεπιθύμητα αγγίγματα (16,9 %). Βέβαια, μετά από την αποσαφίνιση της έννοιας του εκφοβισμού, το ποσοστό των μαθητών που δήλωσε πως έχει υποστεί εκφοβισμό περιορίστηκε σε 25 – 28 % (έναντι 20 % ή και χαμηλότερα για το σχολικό έτος 2024-2025). Το ποσοστό αυτό συμπίπτει με τα δεδομένα του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα (27 %), με τους κύριους τύπους εκφοβιστικής συμπεριφοράς να αναφέρονται τα περιγελαστικά συμβάντα (17 %) και η δυσφήμιση (11 %· Organisation for Economic Co-operation and Development 2019, σ. 48). Σχετικά με την πρόκληση το περασμένο τετράμηνο ενός ή περισσότερων περιστατικών τα οποία να πληρούν τα κρητίρια για να θεωρηθούν σχολικός εκφοβισμός (ανισοκατανομή ισχύος μεταξύ θύτη και θύματος, επαναληψιμότητα (τρεις ή περισσότερες φορές) βίαιης συμπεριφοράς εναντίον συγκεκριμένου ατόμου εντός σχολικού περιβάλλοντος), το 26 % των μαθητών απάντησε θετικά. Αντίστοιχα ποσοστά θυτών και θυμάτων σχολικού εκφοβισμού αναφέρονται και στη διεθνή βιβλιογραφία για μαθητές της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας στην Ελληνική επικράτεια (Craig et al. 2009).
Κατά την επεξεργασία των αποτελεσμάτων του ερωτηματολογίου, έγινε μία προσπάθεια να αποσαφηνιστούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ομάδας των μαθητών με εκφοβιστική συμπεριφορά (τρεις ή περισσότερες φορές άσκησαν μία ή περισσότερες μορφές βίας ενάντια σε έναν λιγότερο ισχυρό συμμαθητή του). Σε αυτή την υποομάδα του δείγματος συμπεριλήφθηκαν το 21,1 % των αποκρίσεων. Το 64 % των μαθητών με εκφοβιστική συμπεριφορά ήταν αγόρια, ελαφρά υψηλότερο από το αντίστοιχο του συνολικού δείγματος (60 % αγόρια και 40 % κορίστια). Πρόκληση εκφοβιστικών συμπεριφορών κυρίως από αγόρια έχει καταγραφεί σε δεκάδες επιστημονικά άρθρα (χαρακτηριστικά: Bibou-Nakou et al. 2014· Craig et al. 2009). Ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης ομάδας μαθητών είναι το περιορισμένο δέσιμό τους με την σχολική κοινότητα, με το 29 % εξ αυτών να δηλώνουν πως δεν αισθάνονται τον εαυτό τους κομμάτι της σχολικής κοινότητας (διπλάσιο ποσοστό από το αντίστοιχο του συνολικού δείγματος). Το συγκεκριμένο αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι συνέπεια της χαμηλότερης (συγκριτικά με τους υπόλοιπους συμμαθητές τους) ποιότητας των σχέσεών τους τόσο με τους καθηγητές τους (19 % θεωρεί πως δεν γίνεται καθόλου σεβαστό από τους εκπαιδευτικούς, έναντι 11 % του γενικού συνόλου, και 24 % δεν κρίνει τις σχέσεις του με τους εκπαιδευτικούς καλές, ποσοστό διπλάσιο του συνολικού δείγματος), όσο και με τους συμμαθητές τους. Συγκεκριμένα, ενώ αισθάνονται πως οι συμμαθητές τους τους δεν τους σέβονται καθόλου σε χαμηλό ποσοστό (12 % έναντι του 9 % του συνολικού δείγματος), 33 % των μαθητών με εκφοβιστική συμπεριφορά δεν θεωρούν τις σχέσεις με τους συμμαθητές τους καλές (ποσοστό υπερτριπλάσιο του συνολικού δείγματος). Η συγκεκριμένη παράμετρος αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για τη συγκεκιμενη ηλικιακή ομάδα, καθώς για έναν έφηβο είναι πολύ πιο σημαντική η ποιότητα των σχέσεών του με τους συνομηλίκους τους και το αίσθημα της αποδοχής από τους τελευταίους. Επιστημονικές μελέτες έχουν αναδείξει τη σχέση του περιορισμένου αισθήματος του «ανήκειν» στο σχολικό περιβάλλον κατά την εφηβεία με αρνητικές ακαδημαϊκές και ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις (π.χ. περιορισμένες σχολικές επιδόσεις και κίνητρα μάθησης, αντικοινωνική συμπεριφορά στο σχολείο και σκασιαρχείο, περιορισμένη αυτοεκτίμηση και ψυχολογικά προβλήματα (π.χ. άγχος και κατάθλιψη)· Arslan, 2022· Allen et al., 2016· Espelage et al., 2015).
Σύμφωνα με τον Bandura (2016 από Thornberg et al. 2023) η ανάπτυξη εκφοβιστικής συμπεριφοράς ενάντια σε λιγότερο δυνατούς μαθητές υποστηρίζεται από μηχανισμούς ηθικής αποδέσμευσης, οι οποίοι οργανώνονται σε τέσσερις βασικές κοινωνιο-γνωστικές διεργασίες. Η πρώτη διεργασία βασίζεται στην αναδιαμόρφωση των αντιλήψεών του θύτη για να δικαιολογήσει τις επιθετικές συμπεριφορές του. Αυτή η διεργασία θα μπορούσε να εξηγήσει το γεγονός πως το ένας στους τρεις μαθητές της ομάδας αυτής δήλωσε πως δεν έχει συμπεριφερθεί άσχημα σε συμμαθητές του και δεν υπάρχει λόγος για να δεχθεί παρατήρηση για εκφοβισμό. Η δεύτερη διεργασία περιλαμβάνει μηχανισμούς που περιορίζουν την ευθύνη του θύτη για την διάπραξη του εκφοβισμού μέσω της μετάθεσης ευθυνών (π.χ. εκτέλεση εντολής ενός δυνατότερου ατόμου) ή της διάχυσης ευθυνών (π.χ. όλοι κάνουν το ίδιο εναντίον του θύματος). Χαρακτηριστικά, το 9,1 % των μαθητών της ομάδας αυτής (έναντι 5,4 % του συνολικού δείγματος) δήλωσε πως αν ήταν παρόν σε περιστατικό εκφοβισμού που προκαλεί η παρέα του, θα μπορούσε να πάρει μέρος στον εκφοβισμό. Η τρίτη διεργασία οδηγεί στη διαστρέβλωση των συνεπειών της συγκεκριμένης βίαιης συμπεριφοράς και ερμηνεύει αποτελεσματικά τον υπερδιπλάσιο ποσοστό των μαθητών με εκφοβιστική συμπεριφορά (17,2 %) έναντι του γενικού συνόλου (7,5 %) που δήλωσαν πως το θύμα δεν έπαθε και κάτι τρομερό από την εις βάρος του εκφοβιστική συμπεριφορά. Τέλος, η τέταρτη διεργασία επικεντρώνεται σε ‘ιδιαίτερα’ χαρακτηριστικά που αποδίδει ο θύτης στο θύμα του, τα οποία θεωρεί πως ‘δικαιολογούν’ τις εναντίον του βίαιες επιθέσεις. Στην συγκεκριμένη διεργασία οφείλονται τα υψηλότερα ποσοστά που συγκέντρωσε η επιλογή «Μάλλον υπάρχει λόγος που τον πειράζουν» από τους μαθητές της συγκεκριμένης ομάδας (20,7 %) έναντι του συνολικού δείγματος (14,2 %).
Ανακεφαλαιώνοντας, το σχολικό περιβάλλον του 3ου Γυμνασίου Καλαμάτας κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους 2025-2026 παρουσίαζε χαρακτηριστικά αντίστοιχα άλλων σχολείων της Ελλάδας και του εξωτερικού με την πλειοψηφία των μαθητών να απολαμβάνει ένα καλό σχολικό κλίμα, ενώ ο επιπολασμός του σχολικού εκφοβισμού παρέμενε χαμηλός. Επιπλέον, οι μαθητές με εκφοβιστική συμπεριφορά φαίνεται να εμφανίζουν προβλήματα ενσωμάτωσης στην σχολική κοινότητα και ανάπτυξης ισχυρών δεσμών με αυτήν, ενώ παράλληλα εκδηλώνουν συμπεριφορές ηθικής αποδέσμευσης από τις βίαιες πράξεις τους. Τα συγκεκριμένα χαρακηριστικά των μαθητών με εκφοβιστική συμπεριφορά θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον πυρήνα της ενδοσχολικής εκστρατείας ενάντια στο σχολικό εκφοβισμό για το νέο σχολικό έτος, συμπεριλαμβάνοντας δράσεις οι οποίες θα επιτρέπουν τον έλεγχο και την αντιμετώπιση των παραγόντων που δεν επιτρέπουν την ομαλή ενσωμάτωση κάποιων μαθητών στην σχολική κοινότητα, την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης των μαθητών και την καλλιέργεια της ενσυναίσθησης και της αποδοχής της διαφορετικότητας.
5. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Allen, K., Kern, M. L., Vella-Brodrick, D., Hattie, J., & Waters, L. (2016). What Schools Need to Know About Fostering School Belonging: a Meta-analysis. Educational Psychology Review, 30(1), 1-34. DOI: 10.1007/s10648-016-9389-8
Arslan, G. (2022). School bullying and youth internalizing and externalizing behaviors: Do school belonging and school achievement matter?. International Journal of Mental Health and Addiction, 20(4), 2460-2477. https://doi.org/10.1007/s11469-021-00526-x
Bibou-Nakou, I., Asimopoulos, C., Hatzipemou, T., Soumaki, E., & Tsiantis, J. (2014). Bullying in Greek secondary schools: prevalence and profile of bullying practices. International Journal of Mental Health Promotion, 16(1), 3-18. DOI: 10.1080/14623730.2013.857824
Craig, W., Harel-Fisch, Y., Fogel-Grinvald, H., Dostaler, S., Hetland, J., Simons-Morton, B., Molcho, M., de Mato, G. M., Overpeck, M., Due, P., Pickett, W., HBSC Violence & Injuries Prevention Focus Group, & HBSC Bullying Writing Group. (2009). A cross-national profile of bullying and victimization among adolescents in 40 countries. International Journal of Public Health, 54, 216-224. DOI: 10.1007/s00038-009-5413-9
Espelage, D. L., Bosworth, K., & Simon, T. R. (2001). Short-term stability and prospective correlates of bullying in middle-school students: an examination of potential demographic, psychosocial, and environmental influences. New York, 16(4), 411-426.
Espelage, D. L., Hong, J. S., Rao, M., & Thornberg, R. (2015). Social ecological factors associated with bullying perpetration among early adolescents across the elementary-middle school transition. Violence and Victims, 30 (3), 470–487. http://dx.doi.org/10.1891/0886-6708.VV-D-14-00046
Juvonen, J., & Graham, S. (2014). Bullying in schools: The power of bullies and the plight of victims. Annual review of psychology, 65, 159-185. doi: 10.1146/annurev-psych-010213-115030
Μακρυγιάννης, Α. Κ., Σπυρόπουλος, Ν., & Νταβέας, Θ. (2025, Ιούνιος). Σχολικό κλίμα και φαινόμενα βίας και εκφοβισμού στο 3ο Γυμνάσιο Καλαμάτας για το σχολικό έτος 2024-2025. 3ο Γυμνάσιο Καλαμάτας. https://3gym-kalam-new.mes.sch.gr/?p=2464
Organisation for Economic Co-operation and Development. (2019). PISA 2018 Results, What School Life Means for Students’ Lives. OECD Publishing: Vol. III. https://doi.org/10.1787/acd78851-en
Pellegrini, A. D., & Long, J. D. (2002). A longitudinal study of bullying, dominance, and victimization during the transition from primary school through secondary school. British Journal of Developmental Psychology, 20(2), 259-280. https://doi.org/10.1348/026151002166442
Sijtsema, J. J., Veenstra, R., Lindenberg, S., & Salmivalli C. (2009). Empirical test of bullies’ status goals: assessing direct goals, aggression, and prestige. Aggressive Behavior, 35(1), 57–67. doi: 10.1002/ab.20282
Thornberg, R., Bjereld, Y., & Caravita, S. C. (2023). Moral disengagement and bullying: Sex and age trends among Swedish students. Cogent education, 10(1), 2203604. https://doi.org/10.1080/2331186X.2023.2203604